Επαγγελματικός οδηγός

Κατεβάστε τις εφημερίδες σε μορφή pdf


Παλαιότερες ψηφοφορίες - Aρχείο

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ | Ο κοινωνικοπολιτικός Στοχασμός της Ζωγραφικής του Λουκά Βενετούλια
Τελευταία ενημέρωση:Τετάρτη,06/09/2017

...

Γράφει η Δρ Στέλλα Μουζακιώτου
Ιστορικός Τέχνης στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο & ΤΕΙ Αθήνας
Επιμελήτρια Εκθέσεων
stellamouzak@yahoo.gr 



...

  «Οι μεγάλοι καλλιτέχνες δεν είναι οι διερμηνείς του κόσμου, αλλά οι ανταγωνιστές του», διατύπωνε ο Γάλλος συγγραφέας και πολιτικός André Malraux (1901-1976), σκιαγραφώντας εύστοχα την ιδιοσυγκρασία των δημιουργών που η τέχνη τους αποτελεί ρεαλιστικό όπλο κοινωνικής κριτικής, μέσω του οποίου επιχειρούν να σχολιάσουν καυστικά τον έμμεσο πνευματικό εγκλωβισμό και την κοινωνική πίεση που προέρχεται από κοινωνικές και πολιτικές επιλογές.


  Σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο εντάσσεται η ζωγραφική του Λουκά Βενετούλια (1930-1984), μια ζωγραφική απαλλαγμένη από ανούσιες επιτηδεύσεις και πομπώδεις προσεγγίσεις που στόχο έχουν να εντυπωσιάσουν στιγμιαία το θεατή, όπως η ξαφνική λάμψη μιας φωτοβολίδας. Αντίθετα, τα έργα του κρύβουν διαχρονικές αλήθειες που διαπερνούν βαθιά το θεατή, ταράζοντας τα λιμνάζοντα νερά της ρουτίνας μας. Μας καλούν να μην εθελοτυφλούμε μπροστά στις δυσάρεστες αλλαγές που συντελούνται γύρω μας. Σκοπός του είναι να βυθίσει το δάχτυλο στην πληγή κάνοντάς μας να «ματώσουμε» και να σκεφτούμε… Μας υποδεικνύει το χρέος μας ως άνθρωποι και ενεργοί πολίτες αυτού του τόπου.


  Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου, ο Λουκάς Βενετούλιας έζησε την εφηβεία του στη δύσκολη δεκαετία του 1940, με την κατοχή και τον εμφύλιο. Μαθήτευσε αρχικά κοντά στον Γαβριήλ Πεντζίκη και αργότερα, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Σχολή Καλών Τεχνών, στους Σπύρο Παπαλουκά και Γιάννη Μόραλη, γεγονός που εντοπίζεται στα πρώιμα έργα του, όπου οι μορφές του απόμακρες και απομονωμένες, μοιάζουν άχρονες, σχεδόν μνημειακές (εικ.1). Γρήγορα όμως, θα ακολουθήσει ένα δικό του εικαστικό μονοπάτι, στο οποίο θα μείνει «συνεπής» σε όλη την καλλιτεχνική του πορεία με πιστότητα και ειλικρίνεια. Μέσα από το έργο του, η γενέτειρά του Θεσσαλονίκη δεν αποδίδεται στην ιστορική της εκδοχή αλλά στην καθημερινή της όψη, μέσα σε μια ατμόσφαιρα πιεστική που κυριαρχείται από «εφιαλτικούς» όγκους οικοδομημάτων με σκοτεινές σκιές που κινούνται απειλητικά μέσα σε δρόμους αδιέξοδους, δίνοντας την εικόνα μιας πόλης «μεταφυσικής», σαν τις ερημικές πλατείες της Ιταλίας του Giorgio de Chirico. Πρόκειται για τεράστιους γκρίζους όγκους πολυκατοικιών που εμφωλεύουν και ναρκοθετούν την ψυχική υγεία και την ελεύθερη δραστηριότητα των πολιτών. Με βαθιά κριτική ματιά παρουσιάζει έναν αστικό χώρο που μεταλλάσσει επικίνδυνα τις ανθρώπινες σχέσεις. Πρόκειται για την απεικόνιση μιας γρήγορης και αστραπιαίας μεταβολής των σύγχρονων πόλεων, μια νοσηρή παθολογία όπου δρόμοι, πλατείες, λιμάνια, κυριαρχούν, ενώ η ανθρώπινη μορφή παρουσιάζεται ως αναπόσπαστο κομμάτι του ψυχρού αστικού τοπίου, που έχει χάσει την γραφικότητα και την ομορφιά του, ανεπιστρεπτί.


  Η δημιουργική του φαντασία και η ανήσυχη ιδιοσυγκρασία του, μέσα από συνεχείς αισθητικούς πειραματισμούς με τα υλικά και τις τεχνικές, τον οδήγησαν στη δημιουργία έργων μεγάλης αξίας, αναζητώντας με τρόπο απλό και κατανοητό την ουσία του θέματος που απαθανατίζει. Η κριτική του στα συμβαίνοντα, η ετοιμότητά του, η γνώση του χώρου και των ανθρώπων είναι εμφανής και οικεία σε κάθε έργο του. Η σημαντικότητα της μαρτυρίας που μας «κληροδοτεί» εντοπίζεται στη γνησιότητά της, στον παραγκωνισμό του μεγαλόστομου και στην εστίαση στις καθημερινές δράσεις του ανθρώπου, σε λεπτομέρειες που μας προσφέρουν πλούσιο υλικό για σημειολογική ανάλυση και ιστορική αξιολόγηση.


 Η καλλιτεχνική εμπειρία του Βενετούλια είναι βαθιά συνυφασμένη με την απεικόνιση των σχέσεων ανάμεσα στον άνθρωπο και το περιβάλλον στο οποίο ζει. Έχει την ικανότητα να αγγίζει τις βαθύτερες και πιο κρυφές ευαισθησίες μας με το να εκφράζει με απροκάλυπτη αμεσότητα την ιδιότυπη τραγωδία του σύγχρονου ατόμου σε ένα περιβάλλον που εξωτερικά έμοιαζε «νικηφόρο». Η εικαστική πράξη του είναι δραστική και ενίοτε ακραία, αφού μας παρέχει τα μέσα για να κατανοήσουμε το μείγμα οδύνης, άγχους, επιθυμίας, απόγνωσης, απομόνωσης και νοσταλγίας που κρύβει η εποχή μας και που αποτελεί την «πρώτη ύλη» της Τέχνης του. Πρόκειται για ένα περιβάλλον που μοιάζει να κυριαρχεί και να καθορίζει τις δραστηριότητες των ανθρώπων, γι’ αυτό ο δημιουργός επιλέγει να αποτυπώσει εικαστικά τη δραματική αδυναμία της ανθρώπινης φύσης με τρόπο τόσο συμπαγή, διεισδυτικό και ειλικρινή, ώστε να μετουσιώνει το νόημα της ύπαρξης σε μια ενυπάρχουσα, ανησυχητική πραγματικότητα.


  Έτσι, ο τόπος του δημιουργού, σε συνδυασμό με το φως που λούζει το αστικό του τοπίο, παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των ερεθισμάτων του. Συνακόλουθα, η παρατήρηση του χώρου και των ανθρώπων κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο του. Ως συνεχιστής της «ανθρωποκεντρικής παράδοσης» στη ζωγραφική, δεν θα μπορούσε να μην επηρεαστεί αλλά και να εκφράσει την ιστορική μεταβολή που έζησε η χώρα μας στη δύνη πολιτικών γεγονότων, όπως η δικτατορία. Στα έργα της περιόδου (1968-75) αποτυπώνονται εικαστικά οι αγωνίες του, χρησιμοποιώντας ως γνώριμο δομικό στοιχείο τις φωτογραφικές μηχανές (εικ.2,3), οι οποίες κυριαρχούν στη σύνθεση, παρατηρούν και καταγράφουν τις δράσεις των ανθρώπων που μοιάζουν να μην αντιλαμβάνονται τον πραγματικό ρόλο και την επικινδυνότητά τους. Η ζωγραφική της περιόδου αυτής αποτελεί μια ανάγκη «ομολογίας», όπως ο ίδιος αναφέρει. Οι ανθρώπινες μορφές που στα προγενέστερα έργα του συνδέονται άμεσα με το περιβάλλον και τους φυσικούς χώρους, τώρα υποχωρούν και στη θέση τους προβάλλουν φιγούρες αλλοιωμένες που αποπνέουν μια εξπρεσιονιστική ανησυχία και μοιάζουν να βιώνουν τη δική τους τραγωδία, το δικό τους αδιέξοδο. Η εναλλαγή άσπρου, μαύρου και γκρι υποδαυλίζει την ταραχή των μορφών, διασπώντας το κεφάλι σε ασύνδετες μάζες, όπου στη μία το μάτι αποδίδεται μουτζουρωμένο ύστερα από την έντονη εκτόνωση μιας συναισθηματικής έξαρσης, ενώ στην άλλη, μέσα από αποχρώσεις του γκρι, μοιάζει κενό, σχεδόν νεκρό (εικ.2). Η πυρετώδης εικονογραφική εκτέλεση του ζωγράφου σε συνδυασμό με τα νεφελώδη σημεία σύγχυσης της μορφής αποτεφρώνουν τα οργανικά χαρακτηριστικά του φυσικού μοντέλου, χάνοντας την πραγματική του ιδιότητα και περνώντας στη σφαίρα του άχρονου. Τη σύγχυση της σκηνής επιτείνει η κυρίαρχη παρουσία της φωτογραφικής μηχανής που ίπταται σε ένα άυλο βάθρο, αναδεικνύοντας της απόλυτη επικράτηση και επιβολή της.


  Στο έργο «Ανώτεροι και ανώτατοι» (εικ.4), ένα χρωματικό καλειδοσκόπιο αποκαλύπτεται στα μάτια του θεατή με την παρουσία των αξιωματικών σε μια διάταξη έντονα θεατρική, όπου οι στολές μοιάζουν να μην έχουν περιεχόμενο αλλά να αποτελούν τα κοστούμια μιας θεατρικής παράστασης. Η ένταση των χρωμάτων της σύνθεσης κεραυνοβολεί κυριολεκτικά το θεατή, κατακλύζει τις αισθήσεις, απομακρύνοντας την προσπάθεια ερμηνείας του θέματος σύμφωνα με τις κοινότυπες συμβάσεις ή την κοινή λογική. Οι φιγούρες του δημιουργού, μέσα από μια ηθελημένη απόκρυψη της ταυτότητάς τους, οδεύουν προς μια υπόγεια και αποσταθεροποιητική διάσταση. Η σύνθεση εδώ αποκαλύπτει μια αινιγματική περιπέτεια συνεχών τροποποιήσεων. Οι ανθρώπινες μορφές χάνουν την ισορροπία τους μέσα σε ένα διαρκές παιχνίδι χρωμάτων και όγκων. Μέσα σ’ αυτό το τόσο έντονο περιβάλλον, με τη ρυθμική ακολουθία των αντιθέσεων, οι βασικές μορφές μεγεθύνονται και απομονώνονται από την εξωτερική πραγματικότητα του πίνακα. Ενταγμένες σ’ ένα ακαθόριστο χωροχρόνο, προβάλλουν αινιγματικές και μνημειακές ταυτόχρονα· φαίνονται να εγκλιματίζονται αρμονικά σε ένα ακαθόριστο περιβάλλον και να διαγράφονται πάνω στο φόντο με αξιοπρόσεκτη εναρμόνιση.


  Από το 1975 έως το 1980 ο δημιουργός φιλοτεχνεί τοπία της Σαντορίνης και πειραματίζεται με έργα ανεικονικά και νεκρές φύσεις, ενώ εικαστικό σχόλιο στο Νεοπλαστικισμό και τη ζωγραφική του Piet Mondrian (Πιτ Μοντριάν) αποτελούν ιδιαίτερα ευρηματικά έργα (εικ.5), όπου οι αφαιρετικές συνθέσεις αποκτούν έντονα προσωπικό χαρακτήρα με την προσθήκη αγαπημένων αντικειμένων, όπως το φανελάκι της κόρης του.


  Η κυριαρχία του αστικού προτύπου στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, είναι ένα γεγονός που αμφισβητήθηκε έντονα στη ζωγραφική του δημιουργού μας, μια ζωγραφική που αποτελεί ειλικρινή στάση ζωής, αφού, όπως μας αναφέρει η σύζυγός του, Δέσποινα Βενετούλια, «Τα έργα του ήταν ο καθρέφτης της ψυχής, της ψυχοσύνθεσης, της ψυχολογίας και του χαρακτήρα του… εκφράζει στενά και αληθινά τον άνθρωπο, τις αγωνίες του, το πώς σκεφτόταν, τη λαχτάρα που είχε για το καλύτερο, το πιο δίκαιο. Δεν έκανε ζωγραφική κατά παραγγελία ή γιατί αυτό υπαγόρευε η μόδα και η εποχή. Έκανε έργα για να συγκινούν τον κόσμο». Έχοντας ως «πρωταγωνίστρια» και πάλι την αγαπημένη του Θεσσαλονίκη και κυρίως την πλατεία Βαρδακίου, την οδό Δωδεκανήσου και την αρχή της Εγνατίας (εικ.6,7), με τις χαρακτηριστικές επιγραφές των καταστημάτων, επανέρχεται, μέσα από μια εύστοχη εικαστική γλώσσα «κριτικά ρεαλιστική», να αποδώσει την κυριαρχία των διαφημίσεων στο αστικό τοπίο της πόλης, όπου ο άνθρωπος, μια ασήμαντη μικρότητα πια, έχει αφομοιωθεί ολοκληρωτικά.


  Ο Λουκάς Βενετούλιας πέθανε αναπάντεχα, στις 26 Αυγούστου 1984 στη Θεσσαλονίκη. Η εικαστική του «κληρονομιά» αποκαλύπτει την εικόνα ενός δημιουργού που καταφέρνει να συνδυάσει την «κραυγή αγωνίας» του απομονωμένου ανθρώπου μιας σύγχρονης μεγαλούπολης με την απόλυτη ομορφιά της ζωγραφικής. Με πρωταγωνιστή τον άνθρωπο, ή μάλλον την ευπάθειά του στο περιβάλλον που ζει, φιλοτεχνεί συνθέσεις στις οποίες υπερισχύει η ερμηνεία με βάση μια κριτική στάση που αποτυπώνει ξεκάθαρα τη δραματική δύναμη της ανθρώπινης παρουσίας ή απουσίας. Αυτή η ερμηνεία του νοήματος της ζωής του σύγχρονου ανθρώπου, που αναμειγνύεται με εκρηκτική ενέργεια και άφατη απόγνωση, είναι πολύ πιο αληθινή από κάθε άλλη ρεαλιστική απεικόνιση.

 



eik 1 Venet .jpg
eik 2Venet.JPG
eik 3Venet.JPG

eik 4Venet.jpg
eik 5Venet.JPG
eik 6Venet.jpg

eik 7Venet.jpg
Dr Stella Mouzakiotou - Venet.jpg



Newsletters
Πληκτρολογίστε το ον/μο σας και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σας (email) και πατήστε

Αναζήτηση άρθρων